Google Plus pinterest twitter

All Stories in λεξιλαγνεια

Δολιχοδρομια/δολιχοδρομω

Δολιχοδρομια/δολιχοδρομω

δολιχοδρομία η  : 1. (αθλ.) στην αρχαιότητα, αγώνισμα στο δρόμο αντοχής. 2.(μτφ., σπάν., συνήθ. πληθ.) ενέργειες που προκαλούν μια άσκοπη επιμήκυνση του χρόνου μιας διαδικασίας. δολιχοδρομώ : 1. (αθλ.) αγωνίζομαι σε δολιχοδρομία. || τρέχω μακρύ δρόμο. 2. (μτφ., σπάν.) για διαδικασία που παρατείνεται άσκοπα: H συζήτηση δολιχοδρομεί.